Λυπούμαστε, αλλά τα λεξικά μας δεν ξέρουν να μεταφράζουν προτάσεις!
Το WordReference προσφέρει διαδικτυακά λεξικά, όχι λογισμικό μεταφράσεων. Παρακαλούμε, αναζητήστε μία μία τις λέξεις (μπορείτε να τις κλίκαρετε παρακάτω) ή κάντε μια ερώτηση στα φόρουμε εάν χρειάζεστε άλλη βοήθεια.

representative of the crown


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο representative παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: of | the | crown
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
representative n(person: speaks for others)εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος ουσ αρσ/θηλ
 The union representative took the staff's demands to management.
 Ο εκπρόσωπος του σωματείου μετέφερε τα αιτήματα του προσωπικού στη διοίκηση.
representative adj(that represents)αναπαραστατικός επίθ
  γενικός επίθ
 This is a representative image; it isn't supposed to be realistic.
representative of [sth/sb] adj + prep(that represents [sth], [sb])που αναπαριστά κτ/κπ περίφρ
 The artist tried to create a picture that was representative of the image in her head.
 Η καλλιτέχνιδα προσπάθησε να δημιουργήσει μια εικόνα που να αναπαριστά την εικόνα που είχε στο μυαλό της.
representative adj(typical)αντιπροσωπευτικός, χαρακτηριστικός επίθ
  τυπικός επίθ
 If you want to know what life is like for people living in these conditions, this is a representative example.
 Αυτό είναι ένα αντιπροσωπευτικό (or: χαρακτηριστικό) παράδειγμα εάν θέλεις να μάθεις πώς είναι η ζωή των ανθρώπων που ζουν υπό αυτές τις συνθήκες.
representative of [sth/sb] adj + prep(typical of [sth], [sb](με γενική)αντιπροσωπευτικός, χαρακτηριστικός επίθ
 (με γενική)τυπικός επίθ
 This is a representative example of what life is like for people living in these conditions.
 Αυτό είναι ένα αντιπροσωπευτικό (or: χαρακτηριστικό) παράδειγμα της ζωής των ανθρώπων που ζουν υπό αυτές τις συνθήκες.
representative n(government delegate)εκπρόσωπος ουσ αρσ/θηλ
 MPs are representatives of their constituents.
 Οι βουλευτές είναι εκπρόσωποι των ψηφοφόρων τους.
representative n(salesperson)εμπορικός αντιπρόσωπος επίθ + ουσ αρσ
 (πιο απλά)πωλητής, πωλήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The firm's representative visited the customers to show them the product.
 Ο εμπορικός αντιπρόσωπος της εταιρείας επισκέφθηκε τους πελάτες για να τους παρουσιάσει το προϊόν.
representative n(travel employee)αντιπρόσωπος, εκπρόσωπος ουσ αρσ/θηλ
 If you have any problems when you get to your hotel, please report them to the representative on site.
 Εάν αντιμετωπίσετε οποιοδήποτε πρόβλημα όταν φτάσετε στο ξενοδοχείο, παρακαλείσθε να το αναφέρετε στον αντιπρόσωπο που βρίσκεται εκεί.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
representative adj(statistics) (δείγμα)αντιπροσωπευτικός επίθ
 For a survey to be accurate, the group of respondents must be representative.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
authorized representative,
also UK: authorised representative
n
UK (proxy)εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
 The application must be signed by you or your authorized representative.
authorized representative,
also UK: authorised representative
n
UK (seller) (πωλήσεις)εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος φρ ως ουσ αρσ/θηλ
customer service representative n([sb] who handles clients' enquiries)αντιπρόσωπος τμήματος εξυπηρέτησης πελατών περίφρ
  υπεύθυνος εξυπηρέτησης πελατών περίφρ
elected representative n(person: represents a group)εκλεγμένος αντιπρόσωπος ουσ αρσ
holiday representative nUK ([sb] who assists holidaymakers)ταξιδιωτικός πράκτορας επίθ + ουσ αρσ
legal representative n([sb] who handles legal matters for [sb])νόμιμος εκπρόσωπος, νόμιμη εκπρόσωπος επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
representative democracy n(rule by elected politicians)αντιπροσωπευτική δημοκρατία ουσ θηλ
 Citizens can get frustrated with the inefficiency of representative democracy.
representative government n(rule by elected politicians)αντιπροσωπευτική κυβέρνηση ουσ θηλ
representative sample n(can be extrapolated to whole)αντιπροσωπευτικό δείγμα επίθ + ουσ ουδ
sales rep ninformal, abbreviation (salesperson)πωλητής, πωλήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  αντιπρόσωπος πωλήσεων φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 Their sales rep has an appointment to call on us next week.
sales representative n(commercial agent)εμπορικός αντιπρόσωπος, εμπορική αντιπρόσωπος επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  αντιπρόσωπος πωλήσεων φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 The sales representative persuaded the bookseller to place a large order for travel guides.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση representative of the crown στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «representative of the crown».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!